Βοηθά η Προεμφυτευτική Διάγνωση με Screening (PGS) στην αύξηση των ποσοστών εγκυμοσύνης μετά από εξωσωματική γονιμοποίηση (IVF);
Για την ώρα φαίνεται πως όχι.
Η Προεμφυτευτική Διάγνωση (PGD) επιτρέπει τη μεταφορά στην μητέρα εμβρύων που είναι υγιή μετά από εξωσωματική γονιμοποίηση. Έτσι στο διάστημα μεταξύ ωοληψία και εμβρυομεταφοράς γίνεται η διάγνωση των φυσιολογικών και παθολογικών εμβρύων, μεταφέρονται τα φυσιολογικά και η εγκυμοσύνη μπορεί να αρχίσει χωρίς την ανησυχία για πιθανή διακοπή της κύησης μετά από βεβαρημένη διάγνωση.
Eίχα την τιμή να κάνω στο νοσοκομείο Hammersmith του Λονδίνου τη γενετική διάγνωση για την πρώτη PGD στον κόσμο κι από τότε η επαναστατική αυτή μέθοδος έχει βοηθήσει πάρα πολλά ζευγάρια να αποκτήσουν ένα υγιές παιδί, αν και είχαν στην οικογένεια κληρονομικότητα σοβαρής γενετικής ασθένειας. http://www.nature.com/nature/journal/v344/n6268/abs/344768a0.html
Η Danielle και η Natalie (τα δύο κοριτσάκια που κρατάω στην αγκαλιά μου σε αυτή τη φωτογραφία που τραβήχτηκε το καλοκαίρι του 1990 στο Λονδίνο) ήταν τα πρώτα μωρά στον κόσμο που γεννήθηκαν υγιέστατα χάρη στην πρωτοπόρο μέθοδο της προεμφυτευτικής γενετικής διάγνωσης (PGD).
Από το 1990 και μετά, με την Προεμφυτευτική Διάγνωση έχουν γεννηθεί χιλιάδες υγιή παιδιά σε όλο τον κόσμο, από γονείς-φορείς σοβαρών γενετικών ασθενειών.
Σήμερα υπάρχει μεγάλη σύγχυση μεταξύ
α) Προεμφυτευτικής Γενετικής Διάγνωσης (PGD) και
β) Προεμφυτευτικού Γενετικού Screening (PGS).
Η διαφορά μεταξύ των δύο τεχνικών είναι πολύ σημαντική.
Η προεμφυτευτική γενετική διάγνωση γίνεται σε περίπτωση που είναι γνωστή η γενετική ασθένεια και γνωρίζουμε την συγκεκριμένη μετάλλαξη που ενοχοποιείται. Είναι μία συγκεκριμένη διάγνωση που διαχωρίζει τα φυσιολογικά από τα παθολογικά έμβρυα. Ο στόχος είναι να γεννηθεί ένα παιδί χωρίς γενετική νόσο. Είναι μία τεχνική που έχει την έγκριση της ESHRE, της HFEA, της Αμερικάνικης Εταιρείας Γονιμότητας, και όλων των φορέων που ασχολούνται με την εξωσωματική γονιμοποίηση. Η προεμφυτευτική διάγνωση (PGD) είναι μία εναλλακτική λύση στον Προγεννητικό Έλεγχο.
Η Προεμφυτευτική Διάγνωση με Screening (PGS) έχει σαν στόχο να αυξήσει τα ποσοστά κύησης, να μειώσει τις αυτόματες αποβολές και να εξηγήσει ή επιλύσει την ανεξήγητη υπογονιμότητα. Η θεωρία της PGS είναι ότι εάν μεταφέρουμε στην μητέρα ένα έμβρυο ευπλοϊδικό (με φυσιολογικά χρωμοσώματα), τότε υπάρχουν πολύ περισσότερες πιθανότητες η γυναίκα να μείνει έγκυος και να μην έχει κίνδυνο αποβολής λόγω ανωμαλιών. Ο στόχος είναι να αυξηθεί το ποσοστό κύησης σε γυναίκες με αυξημένη ηλικία, κακή πρόγνωση. Σε περιπτώσεις σοβαρών προβλημάτων στο σπέρμα ίσως και σε γυναίκες με καλή πρόγνωση. Επίσης, να μειωθεί το ποσοστό των αυτόματων και επαναλαμβανόμενων αποβολών.
Η θεωρία από την πράξη όμως διαφέρουν πολύ. Από το 1993 που ξεκίνησε να εφαρμόζεται η τεχνική PGS, είδαμε αρχικά ενθαρρυντικά αποτελέσματα και κάποιες μονάδες IVF έδειξαν ότι αυξάνεται το ποσοστό κύησης, ειδικά σε γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας. Εργασίες που δημοσιεύτηκαν όμως αργότερα και μεγάλες τυχαιοποιημένες μελέτες με ομάδα ελέγχου (RCTs) έδειξαν ότι η Προεμφυτευτική Διάγνωση με Screening (PGS) όχι μόνο δεν αυξάνει τα ποσοστά κύησης σε γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας αλλά μπορεί και να τα μειώσει.
Λαμβάνοντας υπόψη τις μελέτες αυτές η ESHRE (Ευρωπαϊκή Εταιρεία για Ανθρώπινη Αναπαραγωγή και Εμβρυολογία), που είναι το πιο έγκριτο όργανο ελέγχου για την εξωσωματική εξέδωσε οδηγία το 2010 όπου τονίζει ότι το PGS δεν συνίσταται ως μέσο αύξησης των ποσοστών εγκυμοσύνης σε γυναίκες μεγαλύτερης αναπαραγωγικής ηλικίας. Επίσης, ότι περιμένουμε τα αποτελέσματα ερευνών μετά από την χρήση νέων τεχνικών γενετικής ανάλυσης και πιθανόν του σταδίου της βιοψίας, ώστε να φανεί εάν πραγματικά η PGS μπορεί να βοηθήσει.
Ο λόγος που θεωρούμε ότι η πρώτη εφαρμογή της PGS δεν βοήθησε τους ασθενείς, είναι πιθανά 1) οι περιορισμένες δυνατότητες της μεθόδους FISH να ανιχνεύσει χρωμοσωμικές ανωμαλίες (μπορεί να ανιχνεύσει 10-12 χρωμοσώματα) και 2) το ότι το FISH έχει πολλά τεχνικά προβλήματα, ώστε πολλά έμβρυα μένουν αδιάγνωστα . Ένα έμβρυο όμως μη διαγνωσμένο δεν θα μεταφερόταν στην μήτρα μειώνοντας τα ποσοστά κύησης (ενώ αν είχε γίνει απλή εξωσωματκή, ίσως να είχε δώσει φυσιολογική εγκυμοσύνη).
Για την ώρα περιμένουμε τα αποτελέσματα μεγάλων κλινικών μελετών για να δούμε εάν το PGS μπορεί να βοηθήσει τα ζευγάρια και να αυξήσει τα ποσοστά κύησης. Μέχρι τότε, ακολουθώντας τις οδηγίες της ESHRE, το PGS πρέπει να προσφέρεται στα ζευγάρια ως μια πειραματική ακόμα τεχνική, εκτός από τις περιπτώσεις όπου υπάρχει ιστορικό κύησης με χρωμοσωμική ανωμαλία, επαναλαμβανόμενες αποτυχίες εμφύτευσης, υπάρχει μία συγκεκριμένη κληρονομούμενη χρωμοσωμική ανωμαλία.
Ενώ το PGD είναι μία έγκυρη και καταξιωμένη τεχνική και νιώθω πολύ περήφανη που είχα κάνει τις πρώτες Προεμφυτευτικές Διαγνώσεις παγκοσμίως, προσωπικά διατηρώ έντονες επιφυλάξεις για την γρήγορη χρήση του PGS σε ασθενείς χωρίς συγκεκριμένη ένδειξη πριν δείξουν οι έρευνες σαφή βελτίωση των αποτελεσμάτων.
Ένα κύριο πρόβλημα της PGS είναι ο μωσαϊκισμός των εμβρύων στο προεμφυτευτικό στάδιο. Γνωρίζουμε ότι υπάρχουν πολλά έμβρυα που έχουν μωσαϊκισμό στο στάδιο των 8 κυττάρων και της βλαστοκύστης. Αυτό που δεν γνωρίζουμε είναι το εξής: πότε ο μωσαϊκισμός είναι ένα πρόβλημα το οποίο οδηγεί σε ένα παθολογικό έμβρυο, μια και τα κύτταρά του θα έχουν διαφορετική γενετική σύσταση και πότε ο μωσαϊκισμός είναι μία φυσιολογική κατάσταση, που θα διορθωθεί στην πορεία ανάπτυξης του εμβρύου και δεν θα αποτελέσει κανένα πρόβλημα.
Εάν ισχύει το δεύτερο, με την εφαρμογή της PGS ουσιαστικά αποκλείουμε από την εμβρυομεταφορά έμβρυα τα οποία ίσως να έδιναν μία φυσιολογική κύηση στο μέλλον, μειώνοντας και όχι αυξάνοντας τις πιθανότητες εγκυμοσύνης των ασθενών. Αυτή την στιγμή υπάρχουν έρευνες σε εξέλιξη σχετικά με την χρήση Sequencing (αποκωδικοποίηση της αλληλουχίας του DNA) της επόμενης γενιάς και βιοψία σε διαφορετικά στάδια του εμβρύου (8 κύτταρα, βλαστοκύστη και πολικών σωματίων). Περιμένουμε τα αποτελέσματα για να δούμε εάν το PGS μπορεί να βοηθήσει ουσιαστικά τους ασθενείς μας.


